ανταγωνιστικός

[ангагонисгикос]εκ. враждебный, антагонистический,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανταγωνιστικός" в других словарях:

  • ανταγωνιστικός — ή, ό 1. σχετικός με ανταγωνισμό 2. ο ικανός ή πρόσφορος για ανταγωνισμό (ανταγωνιστική βιομηχανία η βιομηχανία της οποίας τα προϊόντα μπορούν να αντιμετωπίσουν τα ομοειδή στις ξένες αγορές, που μπορεί να συναγωνιστεί τις ξένες βιομηχανίες το ίδιο …   Dictionary of Greek

  • ανταγωνιστικός — ή, ό αυτός που αναφέρεται στον ανταγωνισμό, που είναι πρόσφορος σ αυτόν: Μερικά προϊόντα μας δεν είναι ανταγωνιστικά των όμοιών τους άλλων χωρών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμιλλητικός — ἁμιλλητικός, ή, όν (Α) αυτός που αναφέρεται στην άμιλλα ή ρέπει προς αυτήν, αγωνιστικός, ανταγωνιστικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἁμιλλῶμαι + παραγ. κατάλ. τικός] …   Dictionary of Greek

  • ασύγκριτος — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Απόστολος εκ των Ο’. Σύμφωνα με την παράδοση, διετέλεσε επίσκοπος της Υρκανίας, η οποία βρίσκεται κοντά στην Κασπία. Η μνήμη του τιμάται στις 8 Απριλίου. 2. Ο ιερομάρτυς. Η μνήμη του τιμάται στις 19… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.